28/3/17

Τώρα θα δεις... του κ. Δημήτριου Γκιώνη


Έκλεισα αυτό το βιβλίο των 130 σελίδων (την παλιά έκδοση με το ασπρόμαυρο εξώφυλλο) με ένα μόνο παράπονο: γιατί να είναι τόσο μικρό.
Το ευχαριστήθηκε η ψυχή μου, το χρειαζόμουνα. Από τη μια δάκρυζα, από την άλλη γέλαγα.
Είναι αναμνήσεις από τη ζωή του συγγραφέα, ενός από τα εννιά (εν ζωή) παιδιά μιας αρκετά καλοστεκούμενης οικονομικά οικογένειας σε ένα κεφαλοχώρι στη δεκαετία του 50. Δεν είναι μυθιστόρημα, είναι καταγραφή αναμνήσεων από τα παιδικά του χρόνια. 
Θα μπορούσε να είναι τόσο "βαρύ" το βιβλίο που να μαυρίσει η καρδιά μου διαβάζοντάς το. Μιλάει για δύσκολες εποχές, το φαγητό ήταν λίγο, τα παιχνίδια των παιδιών ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα για τα σημερινά δεδομένα και οι μεγάλοι άπλωναν το χέρι και χτυπούσαν τους μικρούς (ή τους τιμωρούσαν με άλλους τρόπους) καθημερινά. Όμως δεν είναι στενάχωρο βιβλίο. Τα πάντα περιγράφονται με μια απέραντη γλύκα και νοσταλγία και με χιουμοριστικό τρόπο που δεν με άφησε να μελαγχολήσω, τουλάχιστον την ώρα που το διάβαζα. Αντιθέτως έπιανα τον εαυτό μου να χασκογελάει συχνά, όχι φυσικά με τα γεγονότα που περιέγραφε αλλά με τον τρόπο που τα απέδιδε. Φυσικά υπάρχουν και σκηνές μέσα στο βιβλίο που δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν με ευχάριστο τρόπο, όσο χιούμορ και να έχει ο συγγραφέας.
Αφού το τελείωσα όμως διαπίστωσα ότι τελικά μου άφησε ένα βάρος στην καρδιά. Δεν ξέρω γιατί... Ίσως επηρεάστηκα από τη νοσταλγία που αποπνέει όλο το κείμενο, ίσως στεναχωρέθηκα για τη δύσκολη καθημερινότητα που είχαν οι άνθρωποι αυτής της γενιάς (αν και ήταν χαρούμενοι) ίσως φοβήθηκα μην τυχόν και επιστρέψουμε σε τέτοια δύσκολα χρόνια...

Βαθμολογία: 9/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
«Με λένε Δημήτρη. Αυτό όμως το έμαθα αργότερα, μετά τα 12 μου, όταν ήρθα στην Αθήνα. Μικρός είχα προβλήματα. Ο πατέρας μου με φώναζε Μήτσο, ο θείος ο Ντίνος Δήμο, ο αδερφός μου ο Γιώργης Μήτρο, τ' άλλα μου αδέρφια και οι συμμαθητές μου Δημητριέ ή Δημητριό και σπανιότερα κάποιοι Μίμη ή Δημητράκη, η μητέρα Δημητρίξινο -και θα εξηγήσω πιο κάτω γιατί. "Πώς σε λένε, παιδάκι μου (ή ρε);" με ρωτούσαν, κι εγώ δεν ήξερα ποιο απ' όλα να πω. "Με λένε Δημητριό" έλεγα το πιο συχνό κι αγανακτούσα που δεν είχα ένα πιο βολικό όνομα, όπως τ' άλλα μου τ' αδέρφια: Παρασκευή, Βασίλης, Γιώργης, Κυριάκος, Νίκος, Ευγενία, Τάκης, Αλέκος -οχτώ, αν τα μετρήσατε, κι ένα εγώ εννέα κι ένα που πέθανε μικρό δέκα. Μόνο η μητέρα μας παραμόρφωνε τα ονόματα προσθέτοντας ένα -ξινο στο τέλος. Έτσι εγώ ήμουν ο Δημητρίξινος, ο Τάκης ο Τάξινος, ο Αλέκος Αλέξινος -για να σταθώ σ' εμάς τα τρία τελευταία, γιατί κατά τριάδες μεγαλώναμε, άντε και στην Ευγενία ή Ευγενίξινο, λίγο μεγαλύτερή μας, που η μητέρα την άφηνε να μας προσέχει όταν έφευγε, κι όποιος τα 'χε καλά μαζί της μπορούσε να κάνει καλά και τ' άλλα». Αρχές του '50, σ' ένα μικρό χωριό, που θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε ελληνικό χωριό. Ο Εμφύλιος έχει τελειώσει, αλλά η βία εξακολουθεί να κυριαρχεί σε μια κοινωνία όπου η ράβδος θεωρείται το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής των ισχυρών στους αδύναμους -μεγάλους και μικρούς. Μια σειρά από εικόνες της σκληρής εκείνης εποχής μέσα από τα μάτια ενός δωδεκάχρονου παιδιού -απ' όπου δε λείπει η τρυφερότητα και το χιούμορ

Στα όρια, της κ. Καίτης Θαλασσινού


Η ιστορία αφορά σε γενικές γραμμές τον έρωτα, την αγάπη και τη φιλία. Η Εύα και η Μαρίνα είναι φίλες αδερφικές και ερωτεύονται με όλη τη δύναμη της ψυχής τους δύο άντρες που θα καθορίσουν το μέλλον τους και την πορεία της ζωής τους. Η βάση δίνεται (δίκαια) στην ιστορία της Εύας, αφού ο έρωτάς της πρέπει να μείνει κρυφός, αλλά παράλληλα παρακολουθούμε και την εξέλιξη της ζωής της Μαρίνας.
Ας αρχίσω από τα αρνητικά.
Η ιστορία, ειδικά όσον αφορά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, δεν με έπεισε. Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα έχω διαβάσει (ή ακούσει) μέχρι τώρα για εκείνη την περίοδο αναφορικά με τις δυσκολίες επιβίωσης που είχαν οι κατακτημένοι λαοί και ζορίζομαι να δεχτώ τις συνθήκες ζωής που περιγράφει. Επίσης ζορίζομαι να δεχτώ ότι σε όλη την ιστορία δεν εμφανίστηκε πουθενά ένας "κακός". Όλοι όσοι εμπλέκονται είναι υπερβολικά καλοί, αγαπούν δυνατά (και για πάντα), θυσιάζονται για τους φίλους τους και ποτέ δεν αδιαφορούν. Να αναφέρω επίσης ότι παρουσιάζει τους άντρες σαν ξεροκέφαλα όντα που έτσι και αποφασίσουν κάτι δεν αλλάζουν γνώμη με τίποτα, και ως επακόλουθο αυτού, οι γυναίκες της ιστορίας είναι άβουλες και περιμένουν να αποφασίσουν τη μοίρα τους οι άντρες. 
Και πάλι όμως.... το βιβλίο γράφει στο εξώφυλλο ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία... οπότε αυτομάτως χάνω το δικαίωμα να κρίνω όλα τα παραπάνω (αφού το λέει - έτσι θα είναι, πρόκειται για αληθινή ιστορία). 
Δεν θα σχολιάσω κάτι για τον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο, επειδή η κυρία που το έγραψε δεν είναι συγγραφέας, απλά ήθελε να διηγηθεί μια ιστορία την οποία έζησε κατά την εξέλιξή της. 
Τα θετικά: 
Η ιστορία είναι όμορφη και δοσμένη με απλό και κατανοητό τρόπο. Διαβάζεται εύκολα και μου έδωσε αρκετά στοιχεία ώστε να κατανοήσω τις πράξεις όλων των βασικών πρωταγωνιστών της, ενώ στο τέλος μπορώ να πω ότι τους συμπάθησα όλους. Υπάρχουν επίσης κάποιες σκηνές που είναι έντονες και τις χάρηκα, αλλά δεν έφτασα στο σημείο να δακρύσω, πόσο μάλλον να κλάψω. 

Βαθμολογία: 5/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Αθήνα 1941... Εποχή δύσκολη... τραγική... εποχή οριακή... Δύο φίλες... Η Εύα και η Μαρίνα στα είκοσί τους... Κόρες πλουσίων και γνωστών οικογενειών της εποχής. Η μία, ρομαντική και ευαίσθητη, ανυπομονεί να γνωρίσει το μεγάλο έρωτα... η άλλη, ρεαλίστρια κι ατίθαση, δεν πιστεύει ότι υπάρχει άνδρας που μπορεί να την κατακτήσει. Ζουν ανέμελα και ξέγνοιαστα... μέχρι τη στιγμή που οι Γερμανοί επιτάσσουν τα σπίτια τους και ανατρέπουν ριζικά την ήσυχη και ξέγνοιαστη ζωή τους.
Τότε γεννιέται ένας μεγάλος έρωτας, που πρέπει να μείνει μυστικός πάση θυσία. Τα εμπόδια και οι δυσκολίες ανυπέρβλητες. Και μια δυνατή φιλία, που ξεπερνά τα όρια, θα στηρίξει την αγάπη μέχρι το τέλος...
Άνθρωποι σπάνιοι, με ακέραιους χαρακτήρες, ζουν στα όρια ξεπερνώντας τους εαυτούς τους. Τη συγκλονιστική τους ιστορία περιγράφει, με μοναδικό τρόπο, η φίλη τους, Καίτη Θαλασσινού. Σαν σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, κινείται μεταξύ πραγματικού και απίστευτου, δημιουργώντας ένα χορό έντονων συναισθημάτων και εικόνων, με γρήγορη πλοκή, ένταση και αγωνία που σε καθηλώνει...

9/3/17

Η σκιά στο σπίτι, του κ. Κωνσταντίνου Κέλλη


Για να εξηγούμαστε: είμαι φανατική οπαδός των θρίλερ. Έβλεπα ταινίες θρίλερ από τα μαθητικά μου χρόνια, δεν έχανα ταινία θρίλερ στο σινεμά , διάβαζα κάποια περίοδο ό,τι κυκλοφορούσε από King, αργότερα που παντρεύτηκα πέρασα και στον Masterton και γενικά κυνηγάω τα βιβλία τρόμου, ότι βρω μπροστά μου. Όοολη αυτή η εμπειρία που απέκτησα με τα χρόνια μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: το κυριότερο στις ταινίες και στα βιβλία είναι η ατμόσφαιρα. Αν καταφέρεις να φτιάξεις την κατάλληλη "ζοφερή" ατμόσφαιρα, μπορείς να περιγράψεις και τον διάλογο που είχε ο πρωταγωνιστής με τη φουρνάρισσα σχετικά με τα είδη ψωμιού αν το θέλεις και ο αναγνώστης/ θεατής θα κοιτάει με γουρλωμένα μάτια περιμένοντας το κακό να συμβεί. 
Φτιάξε εικόνα: ένα παλιό αρχοντικό στη μέση μιας έκτασης από γκαζόν, στην άκρη της εικόνας (την μπροστά αριστερή άκρη στο μυαλό μου- δεν ξέρω γιατί) ένας περιφραγμένος κήπος με ψηλά δέντρα και από πίσω μια λίμνη (και μάλιστα η Βόλβη, όχι καμιά λιμνούλα για να βρέχεις τα ποδαράκια σου)... Αυτομάτως γεμίζει το κεφάλι μου με ήχους από το θρόισμα των φύλλων, από την εικόνα της ομίχλης που σηκώνεται στη λίμνη τα χαράματα, από την ελαφριά μυρωδιά παλιωμένου ξύλου και βρεγμένου χόρτου και από τους ήχους συστολής- διαστολής του παλιού σπιτιού. Βάλε τώρα και μια γυναικεία "σκιά" που έχει τους δικούς της κακούς σκοπούς και η ιστορία είναι έτοιμη, οι σωστές βάσεις έχουν μπει. Τώρα είναι στο χέρι του συγγραφέα αν θα καταφέρει να σε τραβήξει μέσα στον κόσμο του.
Στο δια τάυτα: με τσάκισε ο συγγραφέας. Το βιβλίο είναι τόσο καλογραμμένο που για πρώτη φορά μάλωσα τον άντρα μου που περπατούσε αθόρυβα και τρόμαξα. Καταλάβατε τι εννοώ; Μπήκα στον κόσμο του εντελώς. Ένα γκρίζο φουστάνι και ένα μοιρολόι είναι τελικά αρκετά για να μου φέρνουν ανατριχίλες. 
Οι εικόνες που δημιουργεί είναι εξαιρετικά ζωντανές, είναι γραμμένο πολύ κινηματογραφικά, δεν υπάρχουν περιττές λεπτομέρειες ούτε βαρετά σημεία. Όλα εξηγούνται την κατάλληλη στιγμή, τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη του και υπάρχει εξήγηση για όλα. Όταν στα παραπάνω προσθέσουμε και το ταλέντο του συγγραφέα να δημιουργεί ζοφερή ατμόσφαιρα έχουμε ένα μυθιστόρημα που θα το διαβάσεις παρατώντας ότι δουλειές έχεις να κάνεις. Και ναι, θα χτυπήσει λίγο πιο γρήγορα η καρδιά σου, θα γουρλώσεις και τα μάτια σου διαβάζοντας, ίσως ανάψεις για καλό και για κακό ένα έξτρα φως για να πας στο δωμάτιό σου το βράδυ και σίγουρα θα σκεφτείς "Τι λες τώρα ρε φίλε, πώς του ήρθε και το έγραψε αυτό ρε...". 
Δεν θέλω να πω άλλα, μόνο θα ταυτιστώ με όλους όσους είπανε ότι το βιβλίο αυτό ΠΡΕΠΕΙ να μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες, είναι κρίμα να μην μπορούν να το διαβάσουν περισσότεροι άνθρωποι απλά επειδή είναι γραμμένο στα ελληνικά.

Βαθμολογία: 10/10 φυσικά

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Μετά τον πρόωρο θάνατο της αγαπημένης του Ναταλίας, ο Τάσος Βαρθαλίτης προσπαθεί μαζί με τα δυο του παιδιά να μαζέψει τα κομμάτια της διαλυμένης οικογένειάς του και να ξαναφτιάξει τη ζωή τους.
Θέλοντας να πραγματοποιήσει την επιθυμία της νεκρής πια συζύγου του, αποφασίζει να αγοράσει το παλιό αρχοντικό Καρατζά δίπλα στη λίμνη Βόλβη, το μέρος όπου μια νύχτα δεκαέξι χρόνια πριν της είχε κάνει πρόταση γάμου.
Μια σκιά όμως παραμονεύει στο αρχοντικό, μια οργισμένη ύπαρξη που ο θάνατος και τα χρόνια δεν κατάφεραν να σιγάσουν το μοιρολόι της.
Μια σκιά που αποκαλεί το σπίτι τους, σπίτι της.
Καθώς τα σημάδια ανείπωτων πράξεων του παρελθόντος αρχίζουν να εμφανίζονται γύρω τους, η ανάγκη του Τάσου και των παιδιών του να ξαναβρούν όσα έχασαν δεν τους αφήνει να δουν την πραγματικότητα, και αυτό βάζει το παρόν αλλά και το μέλλον τους σε θανάσιμο κίνδυνο.

6/3/17

Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων, του κ. Michel Faber


Μόλις έκλεισα ένα βιβλίο 665 σελίδων και πάλι αισθάνομαι ότι ήταν "λίγο". 
Νομίζω μπορώ να το χαρακτηρίσω ως βιβλίο επιστημονικής φαντασίας - ο Πίτερ που είναι ιεραπόστολος καλείται να μεταφέρει το λόγο του Θεού σε μια κοινωνία τελείως διαφορετικής νοοτροπίας και συνηθειών.
Όμως ταυτόχρονα βλέπουμε και την αλλαγή στη σχέση του με τη γυναίκα του που έμεινε πίσω, την αλλαγή στα συναισθήματα και ίσως θα μπορούσα να πω την εκφύλιση των συναισθημάτων δυο ατόμων που ενώ αγαπιούνται αναγκάζονται να ζουν ζωές παράλληλες χωρίς τίποτα τίποτα κοινό στην καθημερινότητά τους. (Άρα μπορώ να το χαρακτηρίσω βαθιά κοινωνικό- έχει εξαιρετική ανάλυση των συναισθημάτων και των σκέψεων και των δύο μελών του ζευγαριού). 
Επίσης είναι και τρομαχτικό στον βαθμό που μπορεί να τρομάξει ένα βιβλίο που σου δείχνει τυπωμένη και με σύντομες αλλά ολοζώντανες περιγραφές την πορεία που πιθανόν να πάρουν τα πράγματα στον πλανήτη μας αν δεν αλλάξει κάτι- και δεν εννοώ μόνο τις περιβαλλοντικές καταστροφές. 
Το "βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων" είναι η Βίβλος. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το βιβλίο ως θρησκευτικού περιεχομένου; Μάλλον ναι, υπάρχουν αναφορές μέσα στα Ιερά Κείμενα, στο κάτω- κάτω ο βασικός ήρωας είναι ιεραπόστολος και η δουλειά του είναι να προσηλυτίσει τον νέο πληθυσμό. Δεν είναι όμως κουραστικό, δεν θα έλεγα ότι ο γενικός αντίκτυπος σε εμένα ως αναγνώστη ήταν ότι έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια προσηλυτισμού μου. Σαφώς υπάρχουν εδάφια από τη Βίβλο μέσα, αλλά είναι μικρά, δεν κουράζουν. Και με την πορεία που πήρε η ιστορία δεν είμαι σίγουρη τελικά για το αν ο συγγραφέας ήθελε να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού ή να μας προβληματίσει ως προς αυτήν...Πάντως το θρησκευτικό κομμάτι του βιβλίου δεν είναι κουραστικό, δεν δημιουργεί πρόβλημα αν αυτός είναι ο προβληματισμός σας.
Γενικά: μου δημιούργησε πολλές φορές έναν κόμπο στο λαιμό. Επίσης με εξέπληξε (υπερβολικά πολλές φορές θα έλεγα - αυτό σημαίνει πάνω από τρεις με μια πρόχειρη μέτρηση). Και μου άρεσε πολύ ο τρόπος γραφής του συγγραφέα, ήταν όμορφος και στρωτός, οι περιγραφές του τοπίου ήταν όπως έπρεπε για εμένα, το ίδιο και οι περιγραφές της εμφάνισης. Όμως ο τρόπος που μου έδινε να καταλάβω κάθε φορά τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών ήταν εξαιρετικός. 

Βαθμολογία 8/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Είμαι μαζί σου… μέχρι το τέλος του κόσμου.
Ο Πίτερ Λι είναι ένας ιεραπόστολος που καλείται να φύγει για το ταξίδι μιας ζωής. Αφήνοντας πίσω την πολυαγαπημένη του σύζυγο, Μπία, πετάει σε έναν τόπο όπου οι ντόπιοι διψούν για τις διδαχές της Βίβλου, του «Βιβλίου των Παράξενων Νέων Πραγμάτων». Είναι μια αναζήτηση που θα προκαλέσει τα πιστεύω του Πίτερ, την αντίληψή του για τα όρια του ανθρώπινου σώματος και, το κυριότερο, την αγάπη του για την Μπία.
Μια απίστευτα πρωτότυπη ιστορία περιπέτειας, πίστης και των δεσμών που μπορεί να ενώνουν δύο ανθρώπους, όταν τους χωρίζουν κόσμοι ολόκληροι.
Μια ιστορία ανθρωπισμού, τοποθετημένη σε έναν αλλότριο κόσμο.
Απελπιστικά όμορφο, μελαγχολικό και αλησμόνητο, ένα μνημειώδες μυθιστόρημα.

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη, της κ. Τέσυς Μπάιλα


Κρατήθηκα σε όλο το βιβλίο να μην κλάψω και τελικά τα έμπηξα στην τελευταία σελίδα. 
Δεν νομίζω ότι ένα βιβλίο της κ. Μπάιλα χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, ο τρόπος γραφής της συγκεκριμένης συγγραφέως είναι εξαιρετικός.
Παρακολουθούμε τη ζωή της Κατίνας, μιας απλής γυναίκας που έζησε τον 20ο αιώνα. Η ιστόρηση ξεκινάει από τα παιδικά της χρόνια σε ένα χωριό της Κρήτης παρουσιάζοντάς μας την καθημερινότητα των γυναικών τα χρόνια πριν τον β' παγκόσμιο πόλεμο, συνεχίζει με τον πόλεμο και όσες δυσκολίες και απώλειες έφερε αυτός και προχωράει με τη ζωή της ως παντρεμένη γυναίκα και μητέρα πλέον στην Αθήνα. Όλη της η ζωή είναι δύσκολη, στερημένη από υλικά αγαθά αλλά η Κατίνα είναι δυνατή, δεν παραιτείται και τα βγάζει πέρα. Ακόμη και όταν έρχεται αντιμέτωπη με αυτό που σήμερα ονομάζουμε οικογενειακή βία (και εκείνη την εποχή μάλλον το θεωρούσαν ως γκαντεμιά- αφού τέτοιος ήταν ο σύζυγος τι μπορούσε να κάνει η γυναίκα; ) παλεύει και δεν εγκαταλείπει, και αφήνει στον αναγνώστη να αποφασίσει αν ο σύζυγός της την αγάπησε ή όχι. 
Το θέμα με τα βιβλία της κ. Μπάιλα δεν είναι αυτή καθαυτή η υπόθεση, όσο ο τρόπος που δένει πολλές μικρές ιστορίες μεταξύ τους. Και για να γίνω πιο σαφής, εκτός από τη ζωή της Κατίνας μαθαίνουμε ιστορίες και για πολλά πρόσωπα που την πλαισιώνουν. Η σφαγή των κατοίκων ενός χωριού στην Κρήτη ως αντίποινα για τη "Μάχη της Κρήτης", η ζωή στο Άουσβιτς, η Κρητική βεντέτα, η απόλυτη κυριαρχία του άνδρα στο σπίτι και την οικογένεια, τα ήθη και τα έθιμα της προπολεμικής Κρήτης, ακόμη και η ζωή στους τεκέδες της Αθήνας.. όλα δίνονται τόσο όμορφα μέσα από εξιστόρηση της ζωής των ηρώων και των ατόμων που τους πλαισιώνουν.
Είναι πολύ ωραίο βιβλίο, γεμάτο από το άρωμα του βασιλικού και τη γλύκα της αγάπης. 

Βαθμολογία: 8/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Στην Κρήτη του Μεσοπολέμου μεγαλώνει η Κατίνα, σ’ έναν κόσμο σκληρό αλλά αθώο. Η μοίρα της, ίδια με πολλών γυναικών της εποχής αυτής, θα την οδηγήσει στον μεταπολεμικό Πειραιά και στην ασφυκτική αγκαλιά του Θέμελη, ενός άντρα-γρίφου που ασκεί μια καταστροφική και ανεξήγητη γοητεία στις ψυχές των άλλων, παραμένοντας σκοτεινός και αντιφατικός ως το τέλος. Η ηρωίδα, ως άλλη Πηνελόπη, εγκλωβίζεται σ’ έναν αδιέξοδο έρωτα, σ’ ένα γάμο μαρτυρικό μ’ ένα μοιραίο Οδυσσέα που κρύβει καλά τα δικά του μυστικά. Από την προπολεμική Κρήτη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις προσφυγικές συνοικίες του Πειραιά, η ιστορία δεμένη με τα πέτρινα χρόνια της Ελλάδας, στροβιλίζεται γύρω από ένα ζευγάρι εκρηκτικό που βιώνει την καλοσύνη και τη σκληρότητα, την υπομονή και τον παραλογισμό, την αφοσίωση και τον αμοραλισμό. Ένα μυθιστόρημα-καλειδοσκόπιο μιας δύσκολης εποχής, ποτισμένο με εικόνες, μυρωδιές και μνήμες…

Οι δαίμονες δεν έχουν όνομα, της κ. Χρυσηίδας Δημουλίδου


Σε γενικές γραμμές να πω ότι μου άρεσε το βιβλίο.
Δεν μπορώ φυσικά να το συγκρίνω με αστυνομικά γραμμένα από τα μεγαθήρια της αστυνομικής λογοτεχνίας, δεν γίνεται αυτό. Δηλαδή, δεν μου έκανε αίσθηση το βιβλίο σαν αστυνομικό, γιαυτό και δεν το κατατάσσω ως τέτοιο. Ως κοινωνικό όμως; Ήταν πολύ καλό. 
Έχει μια απλότητα η γραφή και υπάρχουν κάποιες επαναλήψεις (ακόμη και αυτούσιες επαναλήψεις παραγράφων) αλλά τα σημεία που επαναλαμβάνονται δεν με ενόχλησαν, ήταν σαν να βλέπω ταινία όπου επαναλαμβάνονται βασικές σκηνές- γίνεται μια μικρή αναδρομή δηλαδή. Επειδή το διάβασα σε τρεις μέρες (διακοπές γαρ) θυμόμουν επακριβώς τους διαλόγους οπότε τις επαναλήψεις τις προσπέρασα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ήταν λίγες εξάλλου. Επίσης το τέλος λίγο με ξένισε, αλλά εντάξει, εγώ δεν είμαι και πολύ καλός άνθρωπος οπότε μου φάνηκε λίγο άτοπο (θα καταλάβετε τι εννοώ όσοι το διαβάσετε). Και αυτά ήταν τα αρνητικά για το βιβλίο...
Κατά τ' άλλα....(και περνάμε στα δύσκολα τώρα γιατί θέλω να πω μερικά πράγματα αλλά να μην κάνω σπόιλερ).
Δεν έχει πέσει ξανά στα χέρια μου βιβλίο που να πραγματεύεται τόσο βαρύ θέμα και να το κάνει με ωραίο τρόπο. Όμορφα (όχι χυδαία). Αλλά και τρομακτικά, με αμεσότητα που σε ταράζει. Φαίνεται ότι η συγγραφέας διάβασε, ρώτησε και έμαθε κάποια πράγματα για το θέμα πριν καθίσει να γράψει το βιβλίο και νομίζω ότι κατάφερε να ενσωματώσει αυτές τις γνώσεις της στην πλοκή. Άλλο βιβλίο που διάβασα και ασχολείται με το θέμα (ξένου συγγραφέα) ήταν πολύ πιο περιληπτικό όσον αφορά το "γιατί" της ψυχοσύνθεσης των δραστών. Επίσης με εντυπωσίασε η ένταση των συναισθημάτων των μητέρων των κοριτσιών που κατάφερε να μου μεταφέρει. Είμαι και εγώ κλαψιάρα, δε λέω, αλλά και η συγγραφέας τα κατάφερε πολύ καλά.
Κλείνοντας να πω ότι μου άρεσε και η περιγραφή των τοπίων, των σπιτιών, του ντυσίματος, της νοοτροπίας, του τρόπου ζωής στο χωριό, όλα τα κλασικά που βρίσκουμε και στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες ήταν και στο βιβλίο, πολύ όμορφα δοσμένα και θα έλεγα ότι με μετέφεραν στο χώρο σαν να ήμουν εκεί.
Διαβάστε το, είναι ωραίο βιβλίο, αλλά μην περιμένετε να χαλαρώσετε διαβάζοντάς το, θα στεναχωρεθείτε και λογικά θα ψυχοπλακωθείτε. Φαίνεται εξάλλου αυτό και από το οπισθόφυλλο, δεν είναι δυνατόν να έχεις στα χέρια σου βιβλίο που να πραγματεύεται το θάνατο νεαρών κοριτσιών και να είναι ευχάριστο και χαλαρωτικό. 

Βαθμολογία: 7/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Ο Θανάσης Βεργής χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του όταν, τον Μάιο του 1972, η δεκατριάχρονη κόρη του Δροσιά πνίγεται στο ορμητικό ποτάμι του χωριού τους. Το σώμα της δε θα βρεθεί, παρά μόνο τα παπούτσια και η ζακέτα της. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, ένα άλλο κορίτσι από το διπλανό χωριό εξαφανίζεται μυστηριωδώς∙ οι φήμες που κυκλοφορούν λένε πως κλέφτηκε με κάποιον που αγαπούσε τρελά. Λίγους μήνες μετά, ακόμη ένα κορίτσι από το πρώτο χωριό χάνεται αναίτια από προσώπου γης την ημέρα των γενεθλίων της. Ένας πνιγμός και δύο εξαφανίσεις στην ίδια περιοχή προκαλούν πολλά ερωτηματικά τόσο στους κατοίκους όσο και στη Χωροφυλακή που τις ψάχνει παντού, δίχως όμως απαντήσεις. Το χωριό στιγματίζεται ως καταραμένο, κι ένα σύννεφο φόβου βαραίνει τους κατοίκους του.
Είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά τον χαμό της Δροσιάς, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι βρίσκεται πνιγμένο στον ίδιο ποταμό. Η κατάρα ξαναχτυπά το χωριό. Η εξέταση του ιατροδικαστή είναι καταπέλτης. Μαζί με την υπόθεση ανοίγουν ξανά στην Αστυνομία τρεις ξεχασμένοι φάκελοι. Και τότε ξυπνούν οι δαίμονες. Γιατί αυτή τη φορά, κάποιος θα μιλήσει και θα πει αλήθειες που δε θέλει να πιστέψει κανείς. Τι συνέβη σε εκείνα τα κορίτσια που χάθηκαν; Πού πήγαν; Πού βρίσκονται τώρα;
Οι δαίμονες δεν έχουν όνομα. Έχουν όμως παρουσία και επιλέγουν ποιους θα βασανίσουν…

Ο υποβολέας, του κ. Ντονάτο Καρίζι



Για αστυνομικό ήταν πολύ καλό. Σίγουρα όμως δεν ήταν το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει. Απλά ήταν ένα καλό αστυνομικό. 
Προφανώς και δεν είχε νόημα το να ψάξω να βρω ποιος είναι ο υποβολέας, στο κάτω- κάτω ακόμη και τώρα που το τελείωσα δεν είμαι απολύτως σίγουρη για την ταυτότητά του. Αυτό που με έκανε και διέθεσα κάθε ελεύθερο λεπτό του χρόνου μου σε αυτό το βιβλίο είναι οι γνώσεις εγκληματολογίας που έδινε συνέχεια. Βοηθούσε να καταλάβεις πώς σκέφτονται οι κατά συρροήν δολοφόνοι. Έχω διαβάσει και άλλα βιβλία με κατά συρροήν δολοφόνους (δεν θυμάμαι τίτλο τώρα, αλλά σίγουρα έχω διαβάσει) όμως αυτό ήταν το πιο περιγραφικό ως προς τον τρόπο σκέψης και δράσης τους. 
Επίσης υπήρχαν σκηνές που με άφηναν με ανοιχτό το στόμα, δεν είχα καν υποψιαστεί ότι η εξέλιξη θα πήγαινε προς αυτήν την κατεύθυνση. Και αυτό είναι πολύ καλό. 
Δεν ξέρω αν μου άρεσε που δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου συναίσθημα στο βιβλίο, μιλάμε για παιδιά δολοφονημένα με φριχτό τρόπο και δεν ήταν συναισθηματικά εκβιαστικό ούτε για μια γραμμή. Πάντως δεν μου έλειψε όσο το διάβαζα, τώρα το σκέφτηκα που καταγράφω τις σκέψεις μου. Είχα και ένα θέμα με το να καταλάβω πώς στο καλό κατέληξαν στο συμπέρασμα που κατέληξαν. Όχι πάντα, αλλά κάποιες φορές διάβαζα ξανά και ξανά τον τρόπο σκέψεις και τους συνειρμούς τους (όπως μου τους έδιναν ο συγγραφέας και ο μεταφραστής) και δεν καταλάβαινα τίποτα. Αλλά δεν πειράζει, ας μείνει και κάτι χωρίς να το καταλάβω, έμαθα εγκληματολογία :) 
Και τώρα φτάνει, μη διαβάζετε παρακάτω όσοι δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο, μείνετε σε αυτά, εξάλλου μια γραμμή θα γράψω στο σπόιλερ. 
SPOILER   SPOILER   SPOILER
(Με το πρώτο κοριτσάκι: σοβαρά; Μπάτε σκύλοι αλέστε ο χώρος διαμονής;)

Βαθμολογία: 9/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Ο εγκληματολόγος Γκόραν Γκάβιλα και η ομάδα του καλούνται να εξιχνιάσουν μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων.
Απέναντί τους έχουν έναν πολυπρόσωποι εχθρό, που τους παρασείρει σ ένα εφιαλτικό παιχνίδι. Κάθε θύμα του είναι μια καινούργια πρόκληση, κάθε εγκληματική πράξη του αποκαλύπτει ένα κρυφό μήνημα, που φέρνει αντιμέτωπα όλα τα μέλη της ομάδας με ό,τι πιο σκοτεινό κρύβεται μέσα τους.
Όταν προστίθεται στην ομάδα και η Μίλα Βάσκες, ειδική στις εξαφανίσεις, όλες οι πλάνες καταρέουν η μία μετά την άλλη.
Όμως το τίμημα της επιτυχίας είναι πολύ ακριβό: Γιατί πίσω από κάθε έγκλημα που εξιχνιάζεται κρύβεται κάτι ακόμα πιο φριχτό.

Μνήμες της Κωνσταντινούπολης, του κ. Αχμέτ Ουμίτ


Το βιβλίο είναι μια μίξη ιστορικού και αστυνομικού, με το ιστορικό στοιχείο κατά τη γνώμη μου να υπερτερεί. Ο συγγραφέας έχει κάνει μια γενναία προσπάθεια να μας παρουσιάσει την ιστορία της Κωνσταντινούπολης μέσα στους αιώνες. Αναφέρει τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα της Πόλης και περιγράφει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που κατασκευάστηκαν, τους "τοπικούς άρχοντες" ξεκινώντας από την ίδρυσή της (βασιλείς, βυζαντινούς αυτοκράτορες, σουλτάνους μέχρι και τον Κεμάλ Ατατούρκ) και κάνει και μια περιγραφή κάποιων από τα μνημεία (η οποία θα βοηθήσει όποιον έχει επισκεφτεί την Πόλη να τα αναδημιουργήσει στο μυαλό του και πιστεύω είναι αρκετά καλή ώστε να προτρέψει όποιον δεν τα έχει δει να ψάξει φωτογραφίες τους). Όλα αυτά τα δένει με μια σειρά εγκλημάτων που καλείται να λύσει ο αστυνόμος Νεβζάτ με την διμελή ομάδα του.
Να μείνω λίγο στο ιστορικό κομμάτι του βιβλίου: αν περιμένετε από έναν δημοφιλή Τούρκο συγγραφέα να γράψει μέσα για "άλωση της Πόλης" αυταπατάστε. Όπως εμείς μεγαλώσαμε μαθαίνοντας για άλωση, αντίστοιχα αυτοί μεγάλωσαν διδασκόμενοι για κατάκτηση της Πόλης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Και αυτήν ακριβώς την (γνώση/ παιδεία) άποψη μεταφέρει μέσα στο βιβλίο, αναφέροντας όμως και τον θρύλο του Κωνσταντίνου. Όλη η ιστορία της Πόλης είναι δοσμένη χωρίς φανφάρες και πατριωτισμούς, χωρίς μεγάλα λόγια και προσπάθεια προσηλυτισμού ή οτιδήποτε παρόμοιο, οπότε προσωπικά δεν ενοχλήθηκα (ξανατονίζω ότι πρόκειται για βιβλίο Τούρκου συγγραφέα που αφορά την ιστορία της Κωνσταντινούπολης). 
Και προχωρώ στα υπόλοιπα τμήματα του βιβλίου, αγνοώντας το κομμάτι της ιστορίας.
Εκτός από τη βασική υπόθεση της διαλεύκανσης των δολοφονιών μας γνωρίζει και την προσωπική ζωή του αστυνόμου Νεβζάτ. Η φιλία, ο έρωτας, η διαχείριση του πένθους, ακόμη και η αγάπη για τους συνεργάτες του δίνονται πολύ όμορφα. Τις περισσότερες φορές αναφερόταν στον "δύσκολο χαρακτήρα" συνεργάτη και υφιστάμενό του ως "ο αλητάκος μου", πράγμα που το βρήκα πολύ γλυκό, όποιος διαβάσει το βιβλίο πιστεύω θα καταλάβει τον χαρακτήρα του Αλή και θα τον συμπαθήσει.
Αρνητικό βρίσκω το γεγονός ότι το βιβλίο μου φάνηκε λίγο "στατικό" και αργό στην εξέλιξη, ειδικά αν το αντιμετωπίσω ως αστυνομικό. Όμως ως ιστορικό είναι εντάξει. 
Επίσης και επειδή τυγχάνει να έχω ακούσματα της Τουρκικής γλώσσας καθώς και της μετάφρασης αυτής στα Ελληνικά (εννοώ το συντακτικό και τις λεπτές αποχρώσεις του τρόπου ομιλίας των Τούρκων) να δώσω συγχαρητήρια στον μεταφραστή που κατάφερε και τα διατήρησε, χωρίς να στερήσει από το βιβλίο την ορθότατη ελληνική σύνταξη και απόδοση. 

Βαθμολογία: 8/10 (επειδή είναι αρκετά στατικό και αργό) 

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
"Αγναντεύαμε την πόλη απ' τη θάλασσα. Η Ιστανμπούλ ήταν σκεπασμένη με ομίχλη... Κι η θάλασσα το ίδιο... Σκεπασμένο με ομίχλη και το σκάφος μας... Αυτό που διακρίναμε ήταν οι μιναρέδες του Σουλταναχμέτ, ο τρούλος της Αγια-Σοφιάς, οι πύργοι του Τόπκαπι. Η πόλη έδινε την εντύπωση ότι ποτέ δεν είχε λεηλατηθεί, ποτέ δεν είχε καταστραφεί, ποτέ δεν είχε μολυνθεί. Η φύση είχε σκεπάσει με μια κατάλευκη ομίχλη ό,τι άσχημο υπήρχε στην πόλη. Σαν ένα στιγμιαίο όραμα λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος... Σαν ένα μαγικό νέφος... Μια παραμυθένια εικόνα... Σαν μια ολοκαίνουρια αρχή... Νέα, ελπιδοφόρα, όμορφη...
Αγναντεύαμε την πόλη απ' τη θάλασσα..."
Ένα πτώμα ξαπλωμένο στη βάση του ανδριάντα του Ατατούρκ στο Σαράιμπουρνου. Στην παλάμη του ένα αρχαίο νόμισμα... Ωστόσο ούτε το πτώμα είναι το τελευταίο θύμα ούτε το νόμισμα το τελευταίο αρχαίο κέρμα. Επτά θύματα, επτά μονάρχες, επτά νομίσματα, επτά ιστορικά σημεία της Πόλης. Η μοναδική αλήθεια: η μακραίωνη ιστορία μιας πόλης μαγικής και αινιγματικής, της πόλης των πόλεων...
Ένα μυθιστόρημα-ποταμός, όπου τα πάθη των ανθρώπων συναντούν την ιστορία, όπου η περιπέτεια κλιμακώνεται μαζί με τη συγκίνηση, ένα μεγάλο σύγχρονο παραμύθι που ξεκινά απ' το Βυζάντιο και την Κωνσταντινούπολη και φτάνει μέχρι τη σημερινή μητρόπολη Ιστανμπούλ των μεγάλων αντιθέσεων, ένα λογοτεχνικό μπεστ σέλερ που έχει μαγέψει περισσότερους από 300.000 αναγνώστες στην Τουρκία...

Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της κ. Λίλλυς Σπαντιδάκη


Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή μερικά πράγματα: 
1. Δεν ακούω μπλουζ, ούτε τζαζ, δεν μου αρέσουν.
2.  Δεν γνωρίζω πολλά για την ιστορία της «ένταξης» των μαύρων στην Αμερικανική κοινωνία, ειδικά την περίοδο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Εννοώ, έχω δει κανά δυο ταινίες και μέχρι εκεί. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τους θεωρούσαν κάτι λιγότερο από σκυλιά (σε γενικές γραμμές) ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έχω και μπορεί να είναι και τελείως λάθος.
3. Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες με οικοτροφεία, πιστεύω ότι η ατμόσφαιρα εγκλεισμού δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για βιβλία μυστηρίου ή θρίλερ.
Αυτά. Πάμε στο Διάβολο με τα μπλουζ του τώρα.
Έχω διαβάσει και το «Χωρίς σκηνή» της κ. Σπαντιδάκη, οπότε δεν ήταν η πρώτη μου επαφή με τον τρόπο γραφής της. Ο οποίος είναι ωραίος. Κοφτός όπου χρειάζεται, με νεύρο (ένταση), σύγχρονος. Σαν να μιλάς με έναν φίλο σου (αρσενικού γένους, χρησιμοποιούν άλλο λεξιλόγιο οι άντρες, λίγο πιο χυδαίο από τον μέσο όρο των γυναικών) που σου διηγείται κάτι, έχει καταφέρει και έχει αποτυπώσει στο χαρτί την ομορφιά του απλού προφορικού λόγου και αυτό μου άρεσε πάρα πολύ. Ακόμη και στα σημεία που δεν είχε διαλόγους η περιγραφή ήταν ζωντανή, σαν ταινία. 
Η πλοκή διαδραματίζεται σε δύο ξεχωριστούς τόπους και χρόνους: ένα οικοτροφείο στη Σκωτία τέλος της δεκαετίας του 40 και στη Νέα Ορλεάνη της δεκαετίας το 40 και του 60. Αν και υπάρχουν αρκετοί πρωταγωνιστές, ο χαρακτήρας του καθενός είναι διαφορετικός και δίνεται με τόσο σαφή τρόπο που δεν τους μπέρδεψα καθόλου, καθένας είχε διακριτό ρόλο στην πλοκή (συνήθως όταν η ιστορία περιστρέφεται γύρω από 5 ή έξι άτομα χάνω το μπούσουλα και αναρωτιέμαι «ποιος είναι αυτός είπαμε;». αλλά εδώ δεν συνέβαινε αυτό).
Διαβάζοντας την περίληψη ξεκίνησα προκατειλημμένη εναντίον της Ζόλα στο τέλος όμως την αγάπησα πολύ, όπως και όλους τους άλλους, καθέναν για διαφορετικούς λόγους. Η ιστορία με παρέσυρε, άκουγα ταυτόχρονα και τα τραγούδια με τα οποία έχει «ντυθεί» το κάθε κεφάλαιο και γενικά μπορώ να πω ότι χάρηκα πολύ που διάβασα αυτό το βιβλίο. 
Σαν γενικό συμπέρασμα μπορώ να πω ότι χαίρομαι που υπάρχουν νέοι συγγραφείς των οποίων η γραφή είναι διαφορετική και τολμούν και ασχολούνται με τόσο διαφορετικά θέματα: δεν μπορώ να θυμηθώ άλλο βιβλίο στο οποίο η αγάπη να δίνεται με τόσο διεστραμμένο τρόπο και με τέτοια ολέθρια αποτελέσματα. Τα συγχαρητήριά μου στη συγγραφέα.
Όμως θα ήθελα την επόμενη φορά (ίσως στην ανατύπωση του βιβλίου) να είναι λίγο πιο προσεγμένη η επιμέλεια, υπάρχουν κάποια λίγα σημεία στα οποία λόγω συντακτικών λαθών διέκοπτα τη ροή της ανάγνωσης και ξαναδιάβαζα την πρόταση για να βεβαιωθώ ότι κατάλαβα σωστά. Είναι κρίμα γιατί η ιστορία είναι πολύ δυναμική και σε παρασύρει. 

Flashback σε παρελθοντικές ιστορίες: (είμαστε και μιας ηλικίας και αρχίσαμε να αναπολούμε το παρελθόν, τι να κάνουμε;)
Ακούγοντας κάποια από τα κομμάτια με τα οποία έχει ντύσει τα κεφάλαια η συγγραφέας μου ήρθε στο μυαλό μια παλιά συνάδελφος η οποία άκουγε μπλουζ και τζαζ (εγώ άκουγα ροκ και μέταλ) και όποτε ήθελε να βάλει μουσική μια από τις δύο «μαλώναμε». Θυμάμαι να της λέω ότι δεν είμαι η γιαγιά μου για να ακούω τέτοια μουσική και αυτή να μου φωνάζει ότι «για να αρχίσει να σου αρέσει αυτή η μουσική θα πρέπει κάποιος να σου βάλει να ακούσεις τα σωστά κομμάτια, δεν γίνεται με τυχαίους τίτλους από το ίντερνετ». Νομίζω είχαν τα ίδια γούστα με την κ. Σπαντιδάκη, τη θυμήθηκα πολλές φορές στην πορεία. 

Βαθμολογία: 9/10 

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
1963. Νέα Ορλεάνη. Η χρονιά που δολοφονείται ο Κένεντι. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ προκαλεί την κοινωνία με το «Έχω ένα όνειρο». Οι Μπίτλς κυκλοφορούν το «Please, please me». Τότε που ακόμα το χρώμα της επιδερμίδας καθορίζει την ταυτότητα και το μέλλον σου.
Ζόλα: Φιλόδοξη. Αποφασισμένη. Σατανική. Μαύρη.
Τραγουδάει τα μπλουζ. Ονειρεύεται να γίνει η επόμενη Έττα Τζέιμς.
Τζέικομπ: Κυνικός.
Νίκολας: Καλόβολος.
Άλεξ: Εκκεντρικός.
Πίτερ: Γόης.
Μαρκ: Λογικός.
Λευκοί. Συναντήθηκαν στο οικοτροφείο, όπου έστελναν τα πλουσιόπαιδα. Τους ένωσαν παιδιάστικες φάρσες. Τους έδεσε ένα ανομολόγητο μυστικό.
Η Ζόλα ξέρει το μυστικό. Ο Μαρκ κρέμεται από το μικρό της δαχτυλάκι.
Μια ιστορία έρωτα και παράνοιας γεμάτη τζαζ, κρυφά μυστικά, βουντού και θάνατο. Μια ιστορία εκδίκησης.

3/3/17

Λίγη Ζωή, της κ. Hanya Yanagihara

Tο βιβλίο σε γενικές γραμμές είναι καλό. Απλά καλό, όχι συγκλονιστικό. Μάλιστα κατά τη γνώμη μου στο τέλος το χάλασε πάρα πολύ. 
Ας αρχίσω με τα θετικά. Μου άρεσε ο τρόπος γραφής της συγγραφέως. Για πολύ μεγάλο τμήμα του βιβλίου απολάμβανα να διαβάζω τις λεπτομέρειες και την ανάλυση που έκανε για τα πάντα. Υπήρχαν βέβαια σημεία που βαριόμουν αλλά αυτό συνήθως αφορούσε μια έκταση 2-3 σελίδων κάθε φορά, οπότε το ξεπερνούσα εύκολα. Μου άρεσε επίσης και ο τρόπος που αποκάλυπτε σταδιακά και σε δόσεις τη ζωή του Τζουντ στα παιδικά του χρόνια. 
Νομίζω ότι πρέπει να δώσω εύσημα στη συγγραφέα για την εξαιρετικά λεπτομερή ανάλυση του πόσο πολύ και με ποιους τρόπους μπορεί να επηρεάσει μια φριχτή παιδική ηλικία την ενήλικη ζωή ενός ατόμου. Τα όσα μπορεί να προκαλέσει η συνεχιζόμενη σωματική και ψυχολογική βία είναι φανερά μέσα στο βιβλίο.
Όμως έχω κάποιες ενστάσεις. Γράφει στο οπισθόφυλλο ότι είναι ύμνος στην αγάπη. Εγώ δεν είδα πουθενά κάτι τέτοιο. Κατανοώ ότι υπάρχει και περιγράφεται μέσα στο κείμενο μια μεγάλη αγάπη, αλλά δεν μπορώ να διανοηθώ πώς γίνεται κάποιος που αγαπώ να μου διηγηθεί τα όσα φριχτά έχει ζήσει, εγώ να βλέπω και να είμαι μάρτυρας ότι (στην ουσία) δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην καθημερινότητα και να μην πάω σε έναν ειδικό να με κατευθύνει στο πώς να χειριστώ το θέμα πριν να είναι αργά. ΕΓΩ να πάω σε ειδικό, όχι ο πάσχων. Και από τη στιγμή που μπήκε μέσα στο μυαλό μου αυτή η σκέψη, σταμάτησα να ευχαριστιέμαι τα όσα διάβαζα και το μόνο που σκεφτόμουν είναι ότι όλοι οι ήρωες του βιβλίου είναι ανώριμοι.
Και μια και ανέφερα "όλους τους ήρωες του βιβλίου": θεωρητικά πρόκειται για την παράλληλη ιστορία τεσσάρων φίλων, και όντως στην αρχή το βιβλίο δείχνει τέτοια δείγματα. Κάνει μάλιστα εκτενείς αναφορές στο παρελθόν των τριών από τους τέσσερις της παρέας (φυσικά εξαιρείται ο Τζουντ του οποίου την ιστορία μαθαίνουμε τμηματικά). Πολύ νωρίς όμως στο βιβλίο σταματούν οι αναφορές στη ζωή και την πορεία των δύο εξ αυτών και εμφανίζονται μόνο όταν χρειάζονται στην πλοκή, ενώ παρακολουθούμε πλέον μόνο την εξέλιξη των άλλων δύο. Όχι ότι πειράζει ιδιαίτερα, απλά ήρθαν κάποιες στιγμές που διάβαζα το όνομα ενός εκ των τεσσάρων (βασικών υποτίθεται) πρωταγωνιστών και η πρώτη σκέψη μου ήταν "Ποιός είναι πάλι αυτός...
Λοιπόν, στο δια ταύτα. 
Για άλλη μια φορά θα τιμήσω όλους αυτούς που με λένε ανάποδο άνθρωπο και θα πω ότι μου άρεσε πιο πολύ το πρώτο μισό του βιβλίου, σε αντίθεση με τις περισσότερες κριτικές που διάβασα. Μπορεί να υπήρχαν κάποιες σελίδες που βαριόμουν ή ζοριζόμουν να αντιληφθώ το λόγο για τον οποίο μου αναλύει η συγγραφέας όλα όσα λέει (όπως για παράδειγμα όσα λέει για τα εφαρμοσμένα μαθηματικά) αλλά ο τρόπος γραφής της με ενθουσίασε. Στη μέση περίπου του βιβλίου όπου και τα γεγονότα αρχίζουν να εξελίσσονται πιο γρήγορα, άρχισα και εγώ να χάνω τον ενθουσιασμό μου. Με αποκορύφωμα τις τελευταίες 50 περίπου σελίδες στις οποίες όχι μόνο δεν συγκινήθηκα αλλά πραγματικά απορώ αν γράφτηκαν από το ίδιο χέρι. Εξαφανίστηκε ολότελα ο μαγικά αναλυτικός τρόπος περιγραφής που είχε στις προηγούμενες σελίδες και το τελείωσα με κόπο και με μόνο επιχείρημα ότι έχω διαβάσει 840 σελίδες, ας κάνω λίγη υπομονή να δω πώς τελειώνει. 
Δεν μπορώ να σας κάνω σύσταση για το αν θα το διαβάσετε ή όχι, δεδομένης μάλιστα και της υψηλής του τιμής. Σίγουρα δεν μου φάνηκε "σπαρακτικό" και "αριστούργημα", ήταν όμως κάτι διαφορετικό. Μόνο δύο συστάσεις μπορώ να κάνω και να έχω ελαφριά συνείδηση: αν θέλετε να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα που ο τρόπος γραφής του διαφέρει από τα συνηθισμένα, καθίστε και διαβάστε μερικές από τις σελίδες του, ιδιαίτερα αν ανήκετε στους αναγνώστες που ενδιαφέρονται πιο πολύ για τη γραφή και λιγότερο για την πλοκή. Και αν τελικά αποφασίσετε να το διαβάσετε, κάντε το όταν θα έχετε χρόνο ελεύθερο, είναι κρίμα να βγαίνετε από το ζοφερό κλίμα που δημιούργησε η συγγραφέας .

Βαθμολογία: 5/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
Τέσσερις φίλοι και συμφοιτητές μετακομίζουν, μετά την αποφοίτησή τους, στη Νέα Υόρκη για να φτιάξουν τη ζωή τους - άφραγκοι, χαμένοι, με μόνο τους στήριγμα τη φιλία τους και τις φιλοδοξίες τους: Ο ευγενής, ωραίος Γουίλεμ, επίδοξος ηθοποιός, ο Τζέι Μπι, ζωγράφος από το Μπρούκλιν, που προσπαθεί να κατακτήσει τον καλλιτεχνικό κόσμο, ο Μάλκολμ, αρχιτέκτονας σε μια σημαντική εταιρεία· και ο Τζουντ - ο ιδιοφυής, αινιγματικός Τζουντ. Όπως περνούν οι δεκαετίες, οι σχέσεις τους βαθαίνουν, αλλά και σκοτεινιάζουν, καθώς τις χρωματίζουν ο εθισμός, η επιτυχία, η περηφάνια. Ωστόσο η σπουδαιότερη πρόκληση, συνειδητοποιούν όλοι, είναι ο ίδιος ο Τζουντ, πλέον ένας απίστευτα χαρισματικός δικηγόρος μα και ένας άνθρωπος ολοένα και πιο διαλυμένος, με το σώμα του και τον νου του σημαδεμένα από τους ανείπωτους τρόμους της παιδικής του ηλικίας - κυνηγημένος από τραύματα που φοβάται ότι όχι μόνο δεν θα ξεπεράσει ποτέ, αλλά και θα τον ορίζουν για πάντα. Με πρόζα πλούσια και λαμπρή, η Γιαναγκιχάρα γράφει έναν τραγικό, υπερβατικό ύμνο στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής.