14/7/26

Μόρα: Σκιές στο χιόνι - Ευαγγελία Γιάννου

Ευαγγελία Γιάννου

Το Λιοχώρι είναι ένα μικρό ορεινό χωριό την εποχή που οι άνθρωποι ακόμη μετακινούνταν με άμαξες και ο πρόεδρος υποσχόταν ότι "θα φέρει το ηλεκτρικό στο χωριό". Ο χειμώνας είναι βαρύς και οι κάτοικοι προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με ό,τι έχουν και όπως μπορούν. Μέχρι τη στιγμή που σκοτώνεται ο Έκτορας και αφήνει μόνη την νεαρή γυναίκα του την Αμαλία, νύφη φερμένη από την πόλη. Και μετά, αρχίζουν να συμβαίνουν ασυνήθιστα γεγονότα στο χωριό, τόσο τα βράδια όσο και τη μέρα. 

Η επιλογή των πρωταγωνιστών είναι εξαιρετική, στο μυαλό μου είναι αντιπροσωπευτική του πληθυσμού που είχαν τα απομακρυσμένα από τα αστικά κέντρα χωριά κάποιες δεκαετίες πριν. Όλοι παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, δεν ξεχώρισα κάποιον από αυτούς ως βασικό πρωταγωνιστή.  Τόσο πολύ μου άρεσε ο κόσμος που δημιούργησε η συγγραφέας που θα ήμουν απόλυτα ευχαριστημένη ακόμη κι αν ολόκληρη η ιστορία περιοριζόταν στο να μας περιγράφει τη ζωή στο Λιοχώρι, χωρίς να υπάρχουν άλλες εξελίξεις. Απλά να διαβάζω για το πώς πέρασε η μέρα της Άννας, τι σκέφτηκε ο παπάς, πώς ένιωσε η Ματούλα και περιστασιακά να γελάω με την μαμά του Αναστάση. Και ας πήγαινε έτσι όλο το βιβλίο, ας περιέγραφε απλά έναν χειμώνα στο χωριό, εγώ πάλι υπέρ ευχαριστημένη θα ήμουν. 

Όμως μιλάμε για ένα μυθιστόρημα που ο εκδοτικός το χαρακτηρίζει ως μεταφυσικό και η αλήθεια είναι πως έχει πολλά στοιχεία του είδους. Όλη η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι σκοτεινή, γεμάτη από νύχτα, κρύο και χιόνι.  Και όταν έρχεται η ώρα που "η ζωή κι ο θάνατος παύουν να είναι δυνάμεις αντίθετες" (όπως λέει στο οπισθόφυλλο) έχουν ήδη δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες και είσαι έτοιμος να ταραχτείς με όσα διαβάζεις. Δε θα πω ότι είναι τρομαχτικό το βιβλίο, αλλά σίγουρα δημιουργεί απίστευτη ατμόσφαιρα και κατάφερε να με κρατήσει σε μια συνεχή ένταση. Από τα πολύ καλά του είδους. 

Η γραφή της συγγραφέως είναι μεστή, περιγραφική, γεμάτη εικόνες και ωραίους διαλόγους. Οι εξελίξεις είναι γρήγορες και παρά τον μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστών δεν ένιωσα ούτε μια φορά ότι δεν γνωρίζω αυτόν που μιλάει. Υπάρχουν και αναδρομές στο παρελθόν για να μάθουμε όλη την ιστορία των συμμετεχόντων, οπότε με το τέλος του βιβλίου ξέρουμε τις προσωπικές ιστορίες και τον τρόπο που συνδέονται όλοι μεταξύ τους. Από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα, το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ και απόλαυσα κάθε σελίδα. 

Βαθμολογία: 10/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΠΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ

ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ.

Πλάι στο ποτάμι στέκει σιωπηλά το Λιοχώρι, ένα ξεχασμένο ορεινό χωριό. Για τους κατοίκους του όμως είναι ολόκληρος ο κόσμος. Εκεί, η ζωή κυλά ήσυχα. Οι άνθρωποι ζουν ταπεινά, κουβαλούν κρυφές επιθυμίες, δε μιλούν ποτέ για εκείνους που έφυγαν και μαθαίνουν να ζουν με την απώλειά τους. Ο Έκτορας και η Αμαλία λαχταρούν ένα παιδί που δεν έρχεται ποτέ. Ο Λεωνίδας ζει κυνηγημένος από το θάνατο της αγαπημένης του. Η Άννα μεγαλώνει ολομόναχη τα τέσσερα παιδιά της. Κι ο παπάς κρατά την πίστη του σαν φανάρι, φωτίζοντας μόνο ό,τι πρέπει να φαίνεται.

Εκείνον το Δεκέμβρη, ένα τραγικό δυστύχημα στην πλαγιά του βουνού κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μοιραία συνάντηση και τη σιωπηλή συμμαχία τριών αντρών, διαταράσσοντας τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκτοτε, πάντα κάτι θα κινείται ανάμεσά τους παίρνοντας για καθέναν τη μορφή του μεγαλύτερου φόβου του.

Στο ήσυχο Λιοχώρι, η ζωή κι ο θάνατος παύουν να είναι δυνάμεις αντίθετες· γίνονται αλληλένδετες και διεκδικούν ίσο μερίδιο…

Ένα σκοτεινό μεταφυσικό μυθιστόρημα για τα όρια της ύπαρξης, την ενοχή που δε θάβεται κι εκείνες τις επιλογές που απαιτούν το τίμημά τους, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν τελειωμένα.

4/6/26

Σκοτεινή κληρονομιά - Γιώργος Αγγελίδης

Γιώργος Αγγελίδης

 Άνετα παίρνει βραβείο για το πιο ωραίο εξώφυλλο, σωστά; Δε χορταίνω να το κοιτάω, νομίζω θα το δώσω στην κόρη μου που ζωγραφίζει όμορφα (εξαιρετικά για την ακρίβεια) για να το αντιγράψει και να το στολίσω κάπου να το βλέπω όλη την ώρα. Συγχαρητήρια στον δημιουργό, μπράβο. Και ταιριάζει κιόλας απόλυτα με το περιεχόμενο του βιβλίου. 

Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται σε δύο χρόνους, με ισοκατανομή της ιστορίας και των σελίδων που αυτές καταλαμβάνουν. Το 1940 η ανήλικη Άννα πηγαίνει στο Μοναστήρι της Κυράς των Αγγέλων όπου πρόκειται να διαμείνει και να εργαστεί αλλά σιγά σιγά διαπιστώνει ότι τελικά είναι ένα πολύ επικίνδυνο μέρος. Το 1996 η Έμμα κληρονομεί το μοναστήρι και έρχεται με την κόρη της για να μείνουν σε αυτό. Έκπληκτη αντιμετωπίζει την εχθρότητα των κατοίκων του χωριού αλλά δεν υποχωρεί, μέχρι που διαπιστώνει τους κινδύνους που κρύβονται στο εγκαταλειμμένο οίκημα με την μεγάλη ιστορία. Ο συγγραφέας ως εισαγωγή και ως επίλογο για την ιστορία του μας μεταφέρει στο παρόν, όπου πια αποκαλύπτονται όλα τα μυστικά που ήταν κρυμμένα για σχεδόν ογδόντα χρόνια. 

Οι περιγραφές των χώρων είναι εξαιρετικές, ιδιαίτερα στην ιστορία του 1940, αν και θα ήθελα περισσότερες (ποτέ δεν μου είναι αρκετές οι περιγραφές σκοτεινών χώρων). Είναι όπως το φαντάζεστε: σκοτάδι, κεριά αναμμένα, υπόγεια περάσματα, μυστικές αίθουσες και ήχοι που ακούγονται το βράδυ. Η ιστορία του 1996 είναι λίγο πιο συναισθηματική, αναφέρεται περισσότερο στις σκέψεις της Έμμας, εξηγεί πιο πολύ, είναι πιο προσιτοί οι χαρακτήρες. Στην ιστορία του '40 κυριαρχούν οι περιγραφές χώρων και καταστάσεων, υπολείπονται τα συναισθήματα. Ή τέλος πάντων, έτσι μου φάνηκε εμένα.  

Ο συγγραφέας έχει την ικανότητα να καταγράφει με σαφήνεια τις εικόνες που έχει στο μυαλό του οπότε είναι πετυχημένη η απόπειρα να γράψει σκηνές με κινηματογραφικό τρόπο, σαν να βλέπεις ταινία. Πολύ συχνά μπερδεύει την πραγματικότητα με όνειρα και οράματα οπότε ήμουν μονίμως σε ένταση μέχρι να ξεκαθαριστεί αν όσα διαβάζω όντως συμβαίνουν ή όχι. Πολύ ωραία η ατμόσφαιρα που δημιούργησε, κλειστοφοβική και αγχωτική, το ίδιο καλή και στις δύο ιστορίες. 

Αυτό που με ενοχλεί πάντα χωρίς να εξαιρείται το συγκεκριμένο βιβλίο είναι όταν η εναλλαγή των ιστοριών γίνεται ανά κεφάλαιο, ιδιαίτερα όταν τα κεφάλαια δεν είναι πολύ μεγάλα. Όταν ήμουν νεότερη καθόμουν και θύμωνα μονάχη μου, τώρα απλώς διάβασα σε δύο δόσεις τις ιστορίες: προχώρησα πολύ στην ιστορία του 1996 και μετά γύρισα και διάβασα αυτήν του 1940. Δύο φορές το έκανα. Η πρώτη πήγε μια χαρά, η δεύτερη όχι και τόσο αφού έμαθα πράγματα που δεν έπρεπε (έκανα spoiler στον εαυτό μου δηλαδή). Τέλος πάντων, δεν συνιστώ να το κάνετε, έχασα την έκπληξη έτσι που το διάβασα. 

Ωραίο βιβλίο, ειδικά ο τρόπος γραφής είναι άξιος προσοχής. Να το έχετε στο νου σας όσοι σας αρέσουν οι σκοτεινές ιστορίες. 

Βαθμολογία: 7/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Σε κάποια μέρη το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ

1940 – Η ορφανή Άννα αναζητά καταφύγιο σ’ ένα καθολικό μοναστήρι στην άλλη άκρη του νησιού που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Παρά τον αρχικό της δισταγμό, είναι αισιόδοξη πως στα πρόσωπα των μοναχών έχει βρει μια νέα οικογένεια. Σύντομα ανακαλύπτει πως πίσω απ’ τα καλοκάγαθα προσωπεία των κατοίκων του μοναστηριού της Κυράς των Αγγέλων κρύβονται σκοτεινά μυστικά που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και τη λογική της.

1996 – Η Έμμα πασχίζει να τα βγάλει πέρα μεγαλώνοντας μόνη της την κόρη της, βουλιάζοντας στα χρέη και την απελπισία. Όταν πληροφορείται πως ένας άντρας που δεν έχει γνωρίσει ποτέ της άφησε στη διαθήκη του ένα μοναστήρι σ’ ένα νησί στην άλλη άκρη του κόσμου πιστεύει ότι είναι το θαύμα που ζητούσε. Φτάνοντας εκεί, ωστόσο, συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν είναι όπως νόμιζε και πως το σκοτάδι καραδοκεί στους διαδρόμους του καταραμένου μοναστηριού απ’ όταν πριν μισό περίπου αιώνα όλοι του οι κάτοικοι εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς μέσα σε μια νύχτα.

Σήμερα – Ένα μουμιοποιημένο πτώμα ανακαλύπτεται στη μέση ενός θαμμένου από βάτα πλυσταριού θυμίζοντας έκπτωτο άγγελο, αφυπνίζοντας φρικτές μνήμες απ’ το παρελθόν και κάνοντας τους ντόπιους να ψιθυρίζουν ξανά και ξανά την ίδια φράση: Η Κυρά των Αγγέλων!

 Τελικά, σε κάποια μέρη το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ.

21/5/26

Η λεία - Yrsa Sigurdardottir

Yrsa Sigurdardottir

Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία της Yrsa και μπορώ να πω ότι σε γενικές γραμμές μου αρέσει σαν συγγραφέας, σε άλλα βιβλία λιγότερο και σε άλλα περισσότερο (πχ η Εκδίκηση εξακολουθεί να είναι από τα πολύ αγαπημένα μου βιβλία). Το συγκεκριμένο δεν μου άρεσε καθόλου. Καθόλου όμως. Ήταν απλά οριακά ανεκτό ώστε να μην το παρατήσω, αν και το σκέφτηκα αρκετές φορές. 

Το βρήκα υπερβολικά φλύαρο. Ειδικά η ιστορία της Γιοχάνα (μιας εθελόντριας της ομάδας διάσωσης που ψάχνει τους αγνοούμενους) ήταν τόσο ανούσια φλύαρη που δυσκολευόμουν να την παρακολουθήσω. Πολλές περιγραφές σκέψεων και κινήσεων που δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα ή σημασία για την ιστορία, απλά με έβγαζαν από το κλίμα και την (όποια) ατμόσφαιρα. Μην παρεξηγηθώ, όλο το βιβλίο ήταν γεμάτο με ανούσιες λεπτομέρειες, απλά στη Γιοχάνα το κακό παραέγινε. 

Επίσης, μου φάνηκε προχειρογραμμένο. Υπήρχαν πολλά σημεία που χρειάστηκε να τα διαβάσω ξανά και ξανά μπας και καταλάβω τι έγινε, ήταν απρόσεχτα γραμμένο. Θα βάλω παράδειγμα, δεν μπορώ να περιγράψω :

".....Έτσι, δεν πρόσεξε τις μικρές, υγρές πατημασιές στον διάδρομο. Οι πατημασιές αυτές δεν υπήρχαν εκεί νωρίτερα. Όταν όμως κοίταξε προς τον μεγάλο χώρο που στέγαζε τα δυο μεγάλα κιβώτια του ραντάρ, δεν μπόρεσε να μην προσέξει πως οι πατημασιές έσβηναν σιγά σιγά πάνω στη σκάλα, που οδηγούσε στον θόλο...". 

Τι έγινε τώρα ακριβώς; Πότε τις πρόσεξε τις ριμάδες τις πατημασιές; 

Και άλλο ένα: 

"Έπειτα ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο, κάθετα στο παράθυρο. Έτσι, θα μπορούσε να κοιτάζει έξω, χωρίς να χάνει από τα μάτια του την καφετέρια.

Κάθισε εκεί για μερικά λεπτά, χτυπώντας κατά διαστήματα το τζάμι και φωνάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση, λες και ήθελε να τον ακούσει κάποιος που μάλλον βρισκόταν έξω. Στο τέλος, ξεκόλλησε την πλάτη του από τον τοίχο και βγήκε από την καφετέρια".  

Πού καθόταν τελικά αυτός, στην καφετέρια ή έξω από αυτήν; 

Δεν ξέρω, ήταν πολλές οι αβλεψίες αυτού του επιπέδου και μαζί με την άσκοπη φλυαρία με κούρασαν.

Υπήρχαν κάποιες καλές σκηνές αλλά δεν ήταν επαρκείς. Όχι μόνο σε ποσότητα, δεν ήταν ούτε καν αρκετά έντονες ώστε να με βγάλουν από το κλίμα βαρεμάρας στο οποίο μπήκα διαβάζοντας το βιβλίο. Ας πούμε, όταν διάβασα έξι σελίδες (τυχαίο το νούμερο) για το τι σκέφτηκε η Γιοχάνα, πόσο κουρασμένη ήταν και τι έφαγε (όχι και τόσο τυχαίες οι αναφορές), καθόλου δεν με ένοιαξε που μέσα σε μια μόλις γραμμή ένιωσε κρύα δάχτυλα να την ακουμπάνε και τρόμαξε. Χάθηκε η αίσθηση μέσα στην πολυλογία. 

Αυτά. Σαν να το έγραψε άλλος συγγραφέας ήταν. Προτιμήστε κάποιο από τα υπόλοιπα δικά της. 

Βαθμολογία: - (σιγά μην βάλω και βαθμό, σίγουρα πολύ πολύ χαμηλά). 

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Διασώστες στο Λοουνσοράιβι αναζητούν μια ομάδα αγνοούμενων.

Τι γύρευαν αυτοί οι άνθρωποι στην ερημιά το καταχείμωνο; Και γιατί εγκατέλειψαν το καταφύγιό τους, ακατάλληλα ντυμένοι, ευάλωτοι στις άγριες καιρικές συνθήκες;

Την ίδια ώρα, παράξενα συμβάντα παρατηρούνται στον απομονωμένο σταθμό των ραντάρ στο Στόκσνες.

Εδώ τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται — είτε πρόκειται για μια λίμνη αίματος στο πάλλευκο, απάτητο χιόνι, κάπου μακριά από τον πολιτισμό, μια ανωμαλία στο ραντάρ, ένα παιδικό παπουτσάκι που εμφανίζεται απροσδόκητα ολόκληρες δεκαετίες μετά την εξαφάνισή του ή μια τρύπα στα βράχια που φαίνεται πως παρασέρνει ανθρώπους στον χαμό τους…

Το νέο μυθιστόρημα της συγγραφέα της "Εκδίκησης" που θα κάνει το αίμα σας να παγώσει.