23/1/26

Οι χάρτες των υπέροχων σωμάτων μας - Maddie Mortimer

Maddie Mortimer

Κάτι δεν πήγε καθόλου καλά ανάμεσα σε εμένα και το συγκεκριμένο βιβλίο και τελικά δεν μου άρεσε καθόλου. 

Η βασική πρωταγωνίστρια είναι η Λία, που λίγο μετά τα σαράντα της εμφανίζει για δεύτερη φορά καρκίνο. Κοντά σε αυτήν, παρακολουθούμε και τη ζωή των πιο κοντινών συγγενικών της προσώπων, ενώ υπάρχει και η διήγηση από κάποιον άλλο, έναν τρίτο αφηγητή. 

Δεν κατάλαβα τίποτα από το βιβλίο. Δεν ένιωσα κανένα συναίσθημα, ο τρόπος διήγησης με κούρασε, το λεξιλόγιο το βρήκα πολύ εξεζητημένο- το ίδιο και τη δομή των προτάσεων, μου ήταν όλα κουραστικά. Θα μπορούσα υπερβάλλοντας βέβαια να πω ότι δεν υπήρχε ροή στην ιστορία. Μια το παρόν, μια το παρελθόν, μια η κόρη και μια οι άλλοι συγγενείς- πάνω που ξεκινούσε να δημιουργείται κάποιο ίχνος συμπάθειας για τη Λία άλλαζε το θέμα και έφευγε το οποιοδήποτε συναίσθημα. Και ξέρεις κάτι; Δεν νιώθω να διάβασα ένα βιβλίο που αφορά μια καρκινοπαθή. Πιο πολύ μου φαίνεται ότι ήταν η ιστορία μιας οικογένειας αλλά χωρίς να επιμείνει σε κάτι, χωρίς να μας αφήσει να δούμε τα συναισθήματα των προσώπων. 

Για να μην πω για τον μυστήριο, εξαιρετικά αντιπαθητικό, εκνευριστικό και ακατανόητο "αφηγητή", που μέχρι την τελευταία σελίδα δεν κατάλαβα ποιος ήταν. Μια πίστευα ότι είναι η αρρώστια που εξαπλώνεται και μια ένας αθέατος παρατηρητής της ζωής της, μια ότι είναι το μυαλό της μια οι επιθυμίες της μια τα όνειρά της...Μέχρι το τέλος δεν κατάλαβα. Και εμφανιζόταν κάθε τρεις και λίγο, διέκοπτε τη ροή της ιστορίας και μιλώντας εντελώς ακατανόητα έλεγε τα δικά του. (Πείτε ελεύθερα ότι δεν καταλαβαίνω από τέχνη ή ό,τι άλλο θέλετε, ούτε που με νοιάζει, εγώ τις περισσότερες φορές δεν καταλάβαινα καθόλου τι έλεγε). Έχανα το νόημα, δεν έβρισκα τον λόγο για τον οποίο γράφτηκαν αυτά που διάβαζα και αδυνατούσα να τα συνδέσω με την πλοκή, όσο προσεχτικά και να το διάβαζα. 

Καταλαβαίνω ότι ήθελε να γράψει κάτι διαφορετικό, μπράβο για την όμορφη παρουσίαση και την εικόνα που παρουσιάζει το κείμενο (περιστασιακά είναι λίγο σαν να ζωγραφίζει με τα γράμματα), αλλά δεν μου άρεσε. Προφανώς κάτι δεν κατάλαβα από το μυθιστόρημα, δεν μπορεί τόσος κόσμος να ενθουσιάστηκε και εγώ να το κοιτάω σαν να διαβάζω Λατινικά. 

Βαθμολογία: 2- 3/10, ίσως και χαμηλότερα

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Κάτι κινείται με κακόβουλη χαρά μέσα στο σώμα της Λία, μαθαίνοντας τη ζωή της με κάθε λεπτομέρεια.

Κάτι που αλλάζει σχήματα και διαφεύγει ταξιδεύει μέσα της απ’ άκρη σ’ άκρη. Εξαπλώνεται.

Η Λία, ο άντρας της και η κόρη τους είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ώσπου μια ξαφνική διάγνωση απειλεί να εκτροχιάσει τις ζωές τους.

Καθώς ο εισβολέας κατακτά το σώμα της και η ιστορία της γίνεται ιστορία του, η Λία θέλει κι άλλο χρόνο. Θέλει να ζήσει, να χαρεί την κόρη της, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία.

Και να κλείσει επιτέλους τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Αλλά πώς μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας τα γεγονότα που μας σημάδεψαν, όταν το ίδιο μας το σώμα είναι αυτό που φέρει τα σημάδια; Και υπάρχει άραγε η στιγμή που είμαστε έτοιμοι να πούμε αντίο;

Ένα μυθιστόρημα που ακροβατεί με τόλμη ανάμεσα στο προσωπικό και στο καθολικό, στη θλίψη και στην ελπίδα.

Μια ιστορία για το τι σημαίνει να ενηλικιώνεσαι, ακόμη και στο τέλος της ζωής σου.

Μια ιστορία για το φως και το σκοτάδι που κατοικούν μέσα μας, μέσα στα υπέροχα, μοναδικά σώματά μας.

16/1/26

Η μόνη που απέμεινε - Riley Sager

Riley Sager

Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο μυστηρίου που να μου αρέσει τόσο πολύ. Αρχικά, μου άρεσε η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας. Ο χώρος που κινούνται οι πρωταγωνιστές είναι ένα τριώροφο αρχοντικό σπίτι χτισμένο στην άκρη ενός γκρεμού πάνω από τη θάλασσα. Σκοτεινοί διάδρομοι, ήχοι από τη θάλασσα και τον αέρα αλλά και άλλοι, απροσδιόριστης προέλευσης, παλιά έπιπλα γεμάτα σκόνη και καλυμμένα πορτρέτα. Δωμάτια άλλοτε μεγαλόπρεπα αλλά σήμερα πια παρατημένα και ένα σπίτι που όταν χτίστηκε ήταν φαντασμαγορικό και τώρα σταδιακά καταρρέει. 

Υπάρχει όλο το προσωπικό που θα περιμέναμε να συναντήσουμε σε ένα τέτοιο σκηνικό: ο κηπουρός, ο μάγειρας, η καθαρίστρια και η οικονόμος η οποία είναι ακριβώς όπως ταιριάζει-  απεριόριστα στριφνή. Και φυσικά οι δύο γυναίκες πρωταγωνίστριες: Η Λενόρα, κόρη του νεκρού ιδιοκτήτη, στα εβδομήντα της πια και παράλυτη σχεδόν ολοκληρωτικά. Και η Κιτ, κάτοικος της περιοχής που δουλειά της είναι να φροντίζει τη Λενόρα. 

Η ιστορία όπως την έστησε ο συγγραφέας είναι πειστική. Εξηγεί και αναλύει το καθετί οπότε στο τέλος δεν είχα απορίες, απάντησε προκαταβολικά μέσα από την ιστορία στις ενστάσεις μου. Έχει και αρκετές ανατροπές στην πλοκή τις οποίες δεν προέβλεψα, με έπιασε απροετοίμαστη και τις χάρηκα. Μέχρι πολύ αργά στο βιβλίο αμφιταλαντευόμουν αν ήταν η δεν ήταν η Λενόρα αυτή που σκότωσε τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, οπότε μπράβο του για το στήσιμο και επειδή κατόρθωσε να με κρατήσει μπερδεμένη μέχρι να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Το βιβλίο είναι ωραίο και ατμοσφαιρικό, διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, αξίζει στ' αλήθεια να το διαβάσετε. 

Βαθμολογία 8/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Μπορεί τώρα οι φόνοι της οικογένειας Χόουπ να είναι ένα τραγούδι που ακούγεται στα σχολικά προαύλια – όταν όμως συνέβησαν, μια αιματοβαμμένη νύχτα του 1929, συγκλόνισαν την ακτή του Μέιν. Αν και οι περισσότεροι υποθέτουν ότι πίσω από τους φόνους κρυβόταν η δεκαεφτάχρονη Λενόρα, η αστυνομία δεν κατάφερε ποτέ να το αποδείξει. Η Λενόρα αρνήθηκε την ενοχή.

Τώρα βρισκόμαστε στο 1983, και η Κιτ ΜακΝτίρι καταφτάνει στο μαραζωμένο Χόουπς Εντ για να αναλάβει τη φροντίδα της Λενόρας, που καθηλωμένη σε αμαξίδιο δεν μπορεί πια να μιλήσει και ο μόνος τρόπος επικοινωνίας της με την Κιτ είναι μια παλιά γραφομηχανή. Μια νύχτα, η Λενόρα χρησιμοποιεί τη γραφομηχανή για να κάνει μια δελεαστική πρόταση: να πει στην Κιτ τα πάντα.

Καθώς η Κιτ βοηθάει τη Λενόρα να γράψει τα γεγονότα που οδήγησαν στο μακελειό, αποκαλύπτεται ότι πολλά πράγματα έχουν μείνει κρυφά. Σιγά σιγά η Κιτ αρχίζει να υποψιάζεται ότι η Λενόρα μπορεί να μη λέει όλη την αλήθεια – και ότι η φαινομενικά άκακη γυναίκα την οποία φροντίζει ίσως να είναι πολύ πιο επικίνδυνη απ’ όσο νόμιζε στην αρχή.

23/12/25

Χάλκινα κατώφλια - Ισίδωρος Ζουργός

Ισίδωρος Ζουργός

Αγαπημένο θέμα τα μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στα Αρχαία χρόνια στην Ελλάδα ή και αλλού, πόσο μάλλον όταν έχουν την εγγύηση γραφής ενός ταλαντούχου συγγραφέα όπως ο Ζουργός. Στα "Χάλκινα κατώφλια" ο συγγραφέας εμπνέεται από τα Ομηρικά Έπη όμως δεν επιχειρεί να ξαναγράψει με τον δικό του τρόπο την Ιλιάδα και την Οδύσσεια- δεν είναι δηλαδή retelling (για να χρησιμοποιήσω τον όρο που έχει επικρατήσει). Ο Λύκαστος (ο πρωταγωνιστής) είναι παρών στον πόλεμο της Τροίας αλλά μακριά από το πεδίο της μάχης και κατά το ταξίδι της επιστροφής είναι δούλος και σύντροφος του Οδυσσέα. 

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που διάβαζα την Ιλιάδα, αλλά νομίζω ότι τα βασικά γεγονότα της περιγράφονται όλα. Ο αφηγητής είναι δούλος στο στρατόπεδο των Αχαιών και προφανώς η ζωή του διαφέρει από των πολεμιστών. Όσα συμβαίνουν στο πεδίο της μάχης φτάνουν ως τα αφτιά του όμως η δική του καθημερινότητα (ως δούλου του Οδυσσέα) απέχει απ' όσα μας εξιστορεί ο Όμηρος. Στο δε ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, εντόπισα κάποια κοινά σημεία με την Οδύσσεια αλλά γενικά η ιστορία διαφοροποιείται αρκετά. Γενικά, νομίζω ότι ο Όμηρος λειτούργησε απλά ως υπόβαθρο για να γράψει ο συγγραφέας την ιστορία του τοποθετημένη σε χρόνια για τα οποία μας είναι γνωστά αρκετά γεγονότα και πρόσωπα. 

Μου άρεσε πάρα πολύ το μυθιστόρημα. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα απορροφήθηκα, ήθελα να δω τι θα γίνει στη συνέχεια. Σίγουρα ο πόλεμος ιδωμένος από την μεριά του δούλου παρουσιάζει το δικό του ενδιαφέρον. Μας περιγράφει πολλά στοιχεία της καθημερινότητας και του τρόπου που ζούσαν οι Έλληνες (Αχαιοί στο βιβλίο) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, είναι πολύ ιδιαίτερος ο τρόπος που φαντάστηκε τις συνθήκες ο συγγραφέας. Και το ταξίδι του Οδυσσέα μέχρι το τέλος είναι πολύ ενδιαφέρον, τόσο τις στιγμές που περιγράφει όσα γνωρίζουμε από την Οδύσσεια όσο και τις υπόλοιπες που δημιουργήθηκαν από τη φαντασία του συγγραφέα. 

Ο Λύκαστος είναι ένας ιδιαίτερος πρωταγωνιστής, του οποίου την πολυτάραχη ζωή παρακολουθούμε για πολλά χρόνια. Κατάφερε να προσαρμοστεί σε όλες τις καμπές της ζωής του και μέσα από τις διηγήσεις του είδαμε την άσχημη ανθρώπινη πλευρά των Ελλήνων βασιλιάδων. Δεν τους παρουσιάζει σαν ήρωες αλλά σαν απλούς ανθρώπους και σαν ηγεμόνες που έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για την τύχη απλών ανθρώπων, ακόμη και αν αυτή η απόφαση οδηγήσει στο θάνατό τους. 

Μέσα στη διήγηση υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη ζωή στην Αρχαία Ελλάδα και τις γύρω περιοχές. Μας περιγράφει τις μετακινήσεις και τις δυσκολίες τους σε θάλασσα και στεριά, τα έθιμα και τους Θεούς που πιστεύουν σε διάφορες περιοχές. Μιλά για τους  ανθρώπους που αναγκάζονται να συμβιώσουν και να συνεργαστούν και  πάνω απ' όλα μιλά για έντονα συναισθήματα και αποφάσεις που λαμβάνονται και μπορούν να αλλάξουν την προβλεπόμενη ροή της ιστορίας. 

Είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, γραμμένο με όμορφο τρόπο, μια ιστορία πλήρης που με μετέφερε στην αρχαία Ελλάδα. Το οπισθόφυλλο (το οποίο όταν διάβασα μου φάνηκε ελαφρώς δυσνόητο) δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο γραφής της ιστορίας, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο απολαυστικά και απλά, σε άψογα και πολύ φροντισμένα ελληνικά. Χάρηκα ειλικρινά κάθε κεφάλαιο που περνούσε από τα μάτια μου. 

Βαθμολογία: 10/10

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Τα «Χάλκινα κατώφλια» είναι μια αφηγηματική ακροβασία, ένα παράσπιτο, ένα αυθαίρετο κτίσμα στην έπαυλη του ομηρικού κόσμου. Εκεί, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του, παρακολουθούμε σε ιδιωτική προβολή τον πόλεμο της Τροίας και την επιστροφή του Οδυσσέα ιστορημένα αλλιώς. Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί από το ηρωικό ιδεώδες, οι δούλοι και οι δούλες έχουν φωνή και μάτια, ερμηνεύουν και αναδομούν τον κόσμο της ισχύος και της θεϊκής καταγωγής.

Το μυθιστόρημα είναι η αρχή ενός ακόμη μύθου δίπλα στον κυρίαρχο μύθο. Eξιστορεί τι θα μπορούσε να συμβεί, εάν ένα πρόσωπο, επινοημένο από τον συγγραφέα, παρεισέφρεε στο στρατόπεδο των Αχαιών και με τη σταδιακή επιρροή του άλλαζε τη μοίρα του πολέμου και την πορεία του γυρισμού στην Ιθάκη.

Τα «Χάλκινα κατώφλια» μιλούν για τη γειτνίαση των πολιτισμών, για το χάσμα ανάμεσα στους απόκληρους και την κοσμική και θεϊκή εξουσία, για τη σχέση δούλου και αφέντη, όταν αυτή χάνει τους αρμούς της. Είναι μια φανταστική αφήγηση για τα φουσκωμένα πανιά και τους ανοιχτούς ορίζοντες, για την ιαματική παρουσία της γυναίκας σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα και χαλκό. Είναι μια καταγγελτική απεικόνιση της κτηνωδίας του πολέμου, ένα σχόλιο για τις τραγικές ορίζουσες της ανθρώπινης μοίρας, αλλά ενίοτε κι ένα μυθιστόρημα φάρσα, αφού οι εξουσίες, συχνά ανοχύρωτες, έλκουν ρινίσματα παρωδίας και σάτιρας.